
Η παλιά ταβέρνα του παππού στ' Ανάπλι, παράδεισος!
Τα βαρέλια παρατάσσονταν, τεράστιοι κοιλαράδες με τις κάνουλες σε ετοιμότητα: "Κυρ Παύλο, πιάσε ένα κατρούτσο..." Κυρίαρχες μυρουδιές, φυσικά, του οινοπνεύματος και της τηγανισμένης τηγανίλας.
Η γιαγιά τηγάνιζε μαριδάκι για τους πελάτες, με τις γάτες να περδικλώνονται στα πόδια της -φιλόξενο καταφύγιό τους οι κρυφές γωνίες πίσω από τα βαρέλια. Μέσα, στη μόστρα, η γιαγιά φυλούσε Μηλιό τυρί και ψωμί. Καμιά φορά έκοβε χοντρές φέτες, μάζευε τα εγγόνια της` η μυθική θεά Γαία, στάλαζε μέσα μας τα βότανα των άπειρων παραμυθιών που κάτεχε. Αγράμματη, αλλά σοφή. Ξεκλείδωνε κόσμους φανταστικούς με την τραγουδιστή φωνή της, εκεί, στην ταβέρνα... Που για να μπεις μέσα, έπρεπε πρώτα να περάσεις απ' τον κλειδοκράτορα, τον παππού τον Κρητικό.
Κρατούσε το κλειδί της ταβέρνας στην τσέπη του γιλέκου του. Απίστευτο αντικείμενο! Το μεγαλύτερο κλειδί που είχα δει ποτέ, ένα τεράστιο σιδερένιο κλειδί που ούτε καν χωρούσε στη φαρδιά παλάμη του.
"Δώσ' το μου ν' ανοίξω εγώ", τον παρακάλεσα κάποτε. Ήμουν δεν ήμουν έξι-επτά χρονών.
Το 'δωσε.
Τα χέρια μου δεν άντεξαν το βάρος του, γλίστρησε και κουδούνισε στην άσφαλτο, έξω ακριβώς από το κατώφλι της ταβέρνας.
Ο παππούς γέλασε:
"Ας είναι το κλειδί του Παραδείσου βαρύ. Εσύ μονάχα να μην κλειδώνεις τον δικό σου Παράδεισο με βαριά κλειδιά!"
Τον κοίταξα με ολοστρόγγυλα, έκπληκτα μάτια. Δεν κατάλαβα.
Δεν καταλάβαινα τότε από κλειδιά, ήμουν άλλωστε μικρή.